Η τραγωδία στο Μάτι, μία από τις πιο σκοτεινές και αβάσταχτες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, δεν είναι πλέον μόνο μια πληγή μνήμης, οργής και συλλογικού πένθους. Είναι και μια υπόθεση με αμετάκλητη ποινική κρίση ως προς την ενοχή των καταδικασθέντων. Ο Άρειος Πάγος έβαλε τέλος στην αμφισβήτηση της καταδικαστικής απόφασης ως προς τον πυρήνα της υπόθεσης, κρίνοντας ότι οι κατηγορούμενοι παραμένουν ένοχοι για τη φονική πυρκαγιά του Ιουλίου του 2018, από την οποία χάθηκαν 104 ανθρώπινες ζωές. Αυτό σημαίνει ότι η ευθύνη που καταλογίστηκε από το Εφετείο δεν ανατρέπεται στον πυρήνα της. Δεν σβήνει. Δεν επιστρέφει από την αρχή. Δεν ξανανοίγει συνολικά. Παραμένει εκεί, βαριά, θεσμικά καταγεγραμμένη και πλέον αμετάκλητη.

Η απόφαση αυτή έχει τεράστια σημασία, όχι μόνο για τη νομική πορεία της υπόθεσης, αλλά και για την κοινωνική της διάσταση. Το Μάτι δεν ήταν ένα απλό συμβάν φυσικής καταστροφής. Ήταν η στιγμή κατά την οποία ένα ολόκληρο σύστημα πολιτικής προστασίας, συντονισμού, πρόληψης, ενημέρωσης, επιχειρησιακής ετοιμότητας και κρατικής ευθύνης αποδείχθηκε τραγικά ανεπαρκές μπροστά στην επέλαση της φωτιάς. Ήταν η στιγμή κατά την οποία άνθρωποι εγκλωβίστηκαν, οικογένειες διαλύθηκαν, ζωές χάθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, και μια κοινωνία έμεινε να αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν μια οργανωμένη Πολιτεία να μη μπορεί να προστατεύσει τους πολίτες της την ώρα της απόλυτης ανάγκης.
Η ενοχή δεν ανατρέπεται – Το βασικό δικαστικό συμπέρασμα παραμένει όρθιο
Με την απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου, το κρίσιμο συμπέρασμα είναι σαφές: οι καταδικασθέντες παραμένουν ένοχοι. Η αμετάκλητη κρίση ως προς την ενοχή σημαίνει ότι το δικαστικό σύστημα δεν επιστρέφει στην αρχή της υπόθεσης, ούτε ανοίγει ξανά συνολικά το κεφάλαιο της ποινικής ευθύνης. Το ζήτημα της ευθύνης έχει πλέον κριθεί οριστικά στο ανώτατο επίπεδο.
Αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τους συγγενείς των θυμάτων, για τους εγκαυματίες, για τους ανθρώπους που έζησαν την κόλαση της 23ης Ιουλίου 2018 και για όσους περίμεναν επί χρόνια να υπάρξει μια τελική απάντηση από τη Δικαιοσύνη. Η απόφαση δεν μπορεί να επιστρέψει τους νεκρούς, δεν μπορεί να επουλώσει τα τραύματα, δεν μπορεί να ακυρώσει τη φρίκη εκείνης της ημέρας. Μπορεί όμως να αποτυπώσει θεσμικά ότι υπήρξαν ευθύνες και ότι αυτές οι ευθύνες δεν χάθηκαν μέσα στον χρόνο, στις διαδικασίες, στις ενστάσεις και στις νομικές μάχες.
Το μόνο σημείο που επιστρέφει στο Εφετείο: το ελαφρυντικό του σύννομου βίου
Παρά την αμετάκλητη ενοχή, ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτό ένα περιορισμένο σκέλος των αιτιάσεων. Συγκεκριμένα, ανέτρεψε εν μέρει την εφετειακή απόφαση μόνο ως προς το ζήτημα της απόρριψης του ελαφρυντικού του σύννομου βίου για τρία πρόσωπα: τον τότε αρχηγό της Πυροσβεστικής, τον τότε υπαρχηγό και τον τότε γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας.
Αυτό σημαίνει ότι το Εφετείο θα κληθεί να εξετάσει εκ νέου εάν πρέπει ή όχι να αναγνωριστεί το συγκεκριμένο ελαφρυντικό και, εφόσον αυτό γίνει δεκτό, να επανεξετάσει τις ποινές που έχουν επιβληθεί στους συγκεκριμένους καταδικασθέντες. Η υπόθεση λοιπόν δεν ξαναδικάζεται από την αρχή. Δεν επανέρχεται το ερώτημα της ενοχής. Δεν ανοίγει ξανά όλο το αποδεικτικό υλικό για να κριθεί αν υπήρξε ή όχι ευθύνη. Το μόνο που επανέρχεται είναι ένα ειδικό νομικό ζήτημα που μπορεί να επηρεάσει το ύψος ή τον τρόπο διαμόρφωσης των ποινών.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη. Άλλο πράγμα η ενοχή και άλλο πράγμα η ποινική μεταχείριση μετά την ενοχή. Η ενοχή έχει πλέον σταθεροποιηθεί αμετάκλητα. Το ζήτημα που απομένει αφορά το εάν οι συγκεκριμένοι καταδικασθέντες δικαιούνται ευνοϊκότερη ποινική αξιολόγηση λόγω σύννομου βίου πριν από την πράξη.
Η προηγούμενη απόφαση του Εφετείου και οι βαριές ποινές
Υπενθυμίζεται ότι το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων είχε επιβάλει ιδιαίτερα βαριές συνολικές ποινές για τη φονική πυρκαγιά. Σε τέσσερις καταδικασθέντες είχαν επιβληθεί συνολικές ποινές εκατοντάδων ετών, με εκτιτέα ποινή τα πέντε έτη. Η απόφαση εκείνη είχε οδηγήσει στη φυλάκισή τους, καθώς το δικαστήριο είχε κρίνει ότι οι ποινές δεν έπρεπε να έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα ούτε να μετατραπούν κατά τρόπο που θα απέτρεπε την πραγματική έκτιση.
Το γεγονός αυτό είχε προκαλέσει έντονο δημόσιο ενδιαφέρον, γιατί η υπόθεση του Ματιού δεν ήταν ποτέ μια απλή ποινική δικογραφία. Ήταν και παραμένει υπόθεση εθνικής συνείδησης. Κάθε απόφαση, κάθε ποινή, κάθε ελαφρυντικό, κάθε αναίρεση και κάθε διαδικαστικό βήμα φορτίζεται με το βάρος των 104 θυμάτων, με την αγωνία των οικογενειών τους και με το διαρκές ερώτημα εάν η Πολιτεία έμαθε πραγματικά από την τραγωδία.
Το Μάτι ως διαρκής υπενθύμιση κρατικής ευθύνης
Η πυρκαγιά στο Μάτι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως ένα παρελθόν γεγονός. Είναι μια διαρκής υπενθύμιση ότι η πολιτική προστασία δεν είναι τυπική υπηρεσία, δεν είναι γραφειοκρατικό κουτάκι, δεν είναι σχέδιο σε χαρτί που μένει σε συρτάρια. Είναι μηχανισμός ζωής ή θανάτου. Είναι η διαφορά ανάμεσα στην έγκαιρη απομάκρυνση και στον εγκλωβισμό. Ανάμεσα στον συντονισμό και στο χάος. Ανάμεσα στην προειδοποίηση και στη σιωπή. Ανάμεσα στη διάσωση και στην εγκατάλειψη.
Το Μάτι αποκάλυψε με τον πιο σκληρό τρόπο ότι σε μια μεγάλη κρίση δεν συγχωρούνται κενά. Δεν συγχωρείται η απουσία σαφούς εντολής. Δεν συγχωρείται η σύγχυση αρμοδιοτήτων. Δεν συγχωρείται η επιχειρησιακή αδράνεια. Δεν συγχωρείται η καθυστέρηση. Όταν η φωτιά κινείται με ταχύτητα, κάθε λεπτό που χάνεται μπορεί να γίνει ανθρώπινη απώλεια. Και όταν υπάρχουν ανθρώπινες απώλειες τέτοιας έκτασης, η Δικαιοσύνη καλείται να εξετάσει όχι μόνο τι συνέβη, αλλά και τι έπρεπε να είχε γίνει και δεν έγινε.
Η κοινωνική απαίτηση για δικαιοσύνη δεν τελειώνει με μια δικαστική απόφαση
Η αμετάκλητη ενοχή είναι ένα κομβικό σημείο. Δεν είναι όμως το τέλος της ηθικής και πολιτικής συζήτησης. Γιατί η Δικαιοσύνη μπορεί να καταλογίζει ποινικές ευθύνες, αλλά η κοινωνία απαιτεί κάτι βαθύτερο: να μη ξανασυμβεί. Να μην ξαναβρεθεί κανένας οικισμός απροστάτευτος. Να μην ξανατρέχουν άνθρωποι προς τη θάλασσα χωρίς οδηγίες. Να μην ξαναχαθεί χρόνος σε συσκέψεις, ενώ η φωτιά καταπίνει σπίτια, δρόμους και ζωές. Να μη μετατρέπεται η ευθύνη σε αόριστη έννοια που διαχέεται τόσο πολύ ώστε στο τέλος να μη βαραίνει κανέναν.
Το Μάτι ζητά θεσμική μνήμη. Ζητά σχέδια εκκένωσης που να λειτουργούν στην πράξη. Ζητά καθαρούς ρόλους. Ζητά εκπαίδευση. Ζητά τεχνολογία. Ζητά λογοδοσία. Ζητά πολιτική προστασία με πραγματική επιχειρησιακή δυνατότητα και όχι με επικοινωνιακές εξαγγελίες. Ζητά μια Πολιτεία που να μη θυμάται την πρόληψη μετά την καταστροφή, αλλά πριν από αυτήν.
Η ανθρώπινη διάσταση πίσω από τους αριθμούς
Οι 104 νεκροί δεν είναι στατιστικό μέγεθος. Είναι πρόσωπα, οικογένειες, φωνές, σπίτια, ιστορίες, παιδιά, γονείς, ηλικιωμένοι, άνθρωποι που βρέθηκαν μέσα σε μια καταστροφή από την οποία δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν. Πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει μια απουσία που δεν καλύπτεται. Πίσω από κάθε δικαστική σελίδα υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν γύρισε ποτέ σπίτι. Πίσω από κάθε ποινική κρίση υπάρχει ένα κοινωνικό τραύμα που παραμένει ανοιχτό.
Γι’ αυτό και η υπόθεση του Ματιού δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ψυχρά, σαν απλή αλληλουχία δικονομικών σταδίων. Η νομική ακρίβεια είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται και ιστορική συνείδηση. Χρειάζεται να κατανοηθεί ότι η συγκεκριμένη τραγωδία σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία βλέπει την έννοια της κρατικής ετοιμότητας απέναντι στις φυσικές καταστροφές.
Το επόμενο βήμα: νέα κρίση για το ελαφρυντικό, όχι νέα κρίση για την ενοχή
Το επόμενο δικαστικό στάδιο θα αφορά αποκλειστικά το σκέλος που επέστρεψε στο Εφετείο. Εκεί θα κριθεί αν πρέπει να αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του σύννομου βίου στους τρεις καταδικασθέντες και τι συνέπειες μπορεί να έχει αυτό στις ποινές τους. Η διαδικασία αυτή είναι σημαντική, αλλά δεν πρέπει να παρερμηνευθεί. Δεν αναιρεί τη συνολική πορεία της υπόθεσης. Δεν ακυρώνει την καταδίκη. Δεν σβήνει την ενοχή. Απλώς εξετάζει εκ νέου ένα ειδικό ποινικό ζήτημα που συνδέεται με την τελική διαμόρφωση της ποινής.
Η κοινωνία, ωστόσο, θα παρακολουθήσει και αυτό το στάδιο με την ίδια ένταση. Γιατί κάθε απόφαση γύρω από το Μάτι αγγίζει βαθιά το δημόσιο αίσθημα. Κάθε μεταβολή ποινής, κάθε αναγνώριση ή μη αναγνώριση ελαφρυντικού, κάθε δικαστική διατύπωση αποκτά συμβολικό βάρος. Δεν αφορά μόνο τους καταδικασθέντες. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία συνομιλεί με τη μνήμη των θυμάτων.
Η ενοχή κρίθηκε – Το χρέος της Πολιτείας παραμένει
Η απόφαση του Αρείου Πάγου αποτελεί ένα καθοριστικό σημείο στη μακρά δικαστική διαδρομή της τραγωδίας στο Μάτι. Η ενοχή των καταδικασθέντων στέκεται πλέον αμετάκλητη. Το μόνο που απομένει να κριθεί εκ νέου είναι το ζήτημα του ελαφρυντικού για συγκεκριμένα πρόσωπα και οι πιθανές επιπτώσεις του στις ποινές τους. Όμως η μεγάλη εικόνα δεν αλλάζει: η τραγωδία του Ματιού έχει πλέον δικαστικά αναγνωρισμένες ευθύνες που δεν ανατρέπονται στον πυρήνα τους.
Το πραγματικό ερώτημα, πέρα από τις δικαστικές αίθουσες, είναι αν η Ελλάδα έχει μετατρέψει εκείνη την τραγωδία σε μόνιμο μάθημα ή αν απλώς την κουβαλά ως πληγή. Γιατί δικαιοσύνη δεν είναι μόνο η καταδίκη. Δικαιοσύνη είναι και η πρόληψη της επανάληψης. Είναι η θωράκιση των πόλεων και των οικισμών. Είναι η ετοιμότητα των υπηρεσιών. Είναι η αλήθεια απέναντι στους πολίτες. Είναι η λογοδοσία χωρίς υπεκφυγές. Είναι η βεβαιότητα ότι όταν θα έρθει η επόμενη φωτιά, το κράτος δεν θα ψάχνει τότε να βρει ποιος έχει την αρμοδιότητα, αλλά θα ξέρει από πριν ποιος αποφασίζει, ποιος ενεργεί και ποιος σώζει.
Το Μάτι δεν επιτρέπει λήθη. Δεν επιτρέπει ωραιοποιήσεις. Δεν επιτρέπει θεσμική αμνησία. Οι 104 ζωές που χάθηκαν απαιτούν κάτι περισσότερο από μια δικαστική υποσημείωση. Απαιτούν μια Πολιτεία που να θυμάται, να προλαμβάνει, να οργανώνεται και να λογοδοτεί. Και αυτή είναι η πιο βαριά, η πιο ουσιαστική και η πιο αδιαπραγμάτευτη δικαίωση.
Discover more from Το Μάτι μας
Subscribe to get the latest posts sent to your email.