Η έκδοση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης 68501 ΕΞ 2026 έρχεται να ρυθμίσει με συγκεκριμένο, διοικητικά οργανωμένο και δεσμευτικό τρόπο ένα ζήτημα βαθιά ανθρώπινο, κοινωνικό και θεσμικό: τη χορήγηση και καταβολή ειδικής σύνταξης στις οικογένειες ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους σε δύο από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της σύγχρονης Ελλάδας — τη φονική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική και την καταστροφική πλημμύρα της 15ης Νοεμβρίου 2017 στη Δυτική Αττική. Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β’ 2532/06.05.2026 και αφορά τον καθορισμό των απαιτούμενων δικαιολογητικών, της διαδικασίας υποβολής της αίτησης, του τρόπου ελέγχου των δικαιούχων και των κανόνων καταβολής της ειδικής σύνταξης.

Δεν πρόκειται απλώς για μια τυπική διοικητική πράξη. Πρόκειται για μια απόφαση που επιχειρεί να μετατρέψει μια νομοθετική πρόβλεψη σε εφαρμόσιμη διαδικασία, ώστε οι οικογένειες των θυμάτων να γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν, πού πρέπει να απευθυνθούν, ποια έγγραφα χρειάζονται και με ποιον τρόπο θα κριθεί το δικαίωμά τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η καθυστέρηση, η ασάφεια και η γραφειοκρατία δεν είναι απλώς διοικητικά προβλήματα· είναι δεύτερη δοκιμασία για ανθρώπους που έχουν ήδη πληρώσει ανυπολόγιστο τίμημα. Γι’ αυτό η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία: βάζει κανόνες, ανοίγει διαδικασία και ορίζει ευθύνη.
Τι ρυθμίζει η Κοινή Υπουργική Απόφαση
Η απόφαση καθορίζει τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίσουν οι δικαιούχοι για να λάβουν την ειδική σύνταξη που προβλέπεται από τα άρθρα 260 και 261 του ν. 5259/2025. Το πεδίο εφαρμογής της αφορά δύο μεγάλες κατηγορίες οικογενειών: τις οικογένειες όσων απεβίωσαν κατά τη διάρκεια και εξαιτίας της πυρκαγιάς της 23ης Ιουλίου 2018 στην Περιφερειακή Ενότητα Ανατολικής Αττικής και τις οικογένειες όσων απεβίωσαν κατά τη διάρκεια και εξαιτίας της πλημμύρας της 15ης Νοεμβρίου 2017 στην Περιφερειακή Ενότητα Δυτικής Αττικής.
Η ουσία της ρύθμισης είναι ότι πλέον περιγράφεται με ακρίβεια η διοικητική διαδρομή: ποιος υποβάλλει αίτηση, τι στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνει, σε ποια υπηρεσία αποστέλλεται, ποια πιστοποιητικά είναι αναγκαία, πότε απαιτούνται πρόσθετες γνωματεύσεις και πώς γίνεται η καταβολή της σύνταξης. Έτσι, η ειδική σύνταξη παύει να είναι μια γενική εξαγγελία και αποκτά πρακτικό μηχανισμό εφαρμογής.
Πού και πώς υποβάλλεται η αίτηση
Για να ασκηθεί το δικαίωμα της ειδικής σύνταξης απαιτείται υποβολή αίτησης. Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει βασικά στοιχεία ταυτοποίησης και επικοινωνίας του αιτούντος, όπως ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, αριθμό δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ή διαβατηρίου, ΑΜΚΑ, ΑΦΜ, ταχυδρομική διεύθυνση, ηλεκτρονική διεύθυνση και τηλέφωνο. Εφόσον υπάρχουν προστατευόμενα τέκνα του θανόντος, πρέπει να αναφέρονται και τα στοιχεία τους.
Η αίτηση υποβάλλεται στο Ε’ Τμήμα της Διεύθυνσης Εισοδηματικής Πολιτικής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Η υποβολή μπορεί να γίνει ταχυδρομικά ή αυτοπροσώπως στη διεύθυνση Καραγεώργη Σερβίας 10, 10562 Αθήνα, στον 5ο όροφο, γραφείο 501, ή ηλεκτρονικά στη διεύθυνση dep.e@glk.gr. Η πρόβλεψη ηλεκτρονικής αποστολής είναι σημαντική, διότι διευκολύνει οικογένειες που δεν βρίσκονται στην Αθήνα ή δεν μπορούν να μετακινηθούν εύκολα.
Σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι δικαιούχοι στην ίδια οικογένεια, η απόφαση επιτρέπει την υποβολή κοινής αίτησης, η οποία συνυπογράφεται από όλους. Αν ο δικαιούχος είναι ανήλικο τέκνο, η αίτηση υποβάλλεται από το πρόσωπο που ασκεί τη γονική μέριμνα ή την επιτροπεία. Για άγαμο και ανίκανο τέκνο ή αδελφό προβλέπεται ειδική διαδικασία παραπομπής στην Ανωτάτη Στρατού Υγειονομική Επιτροπή, ώστε να κριθεί η ανικανότητα άσκησης κάθε βιοποριστικού επαγγέλματος.
Τα βασικά δικαιολογητικά που απαιτούνται
Η απόφαση ορίζει μια σειρά βασικών εγγράφων, τα οποία απαιτούνται κατά περίπτωση για την κρίση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται φωτοαντίγραφο δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ή διαβατηρίου, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, ληξιαρχική πράξη γάμου ή συμφώνου συμβίωσης, βεβαίωση σπουδών για ενήλικα τέκνα ή αδέλφια που φοιτούν, καθώς και αποδεικτικό τραπεζικού λογαριασμού με εμφανές IBAN και ονοματεπώνυμο δικαιούχου. Ο δικαιούχος της ειδικής σύνταξης πρέπει να είναι πρώτος δικαιούχος στον τραπεζικό λογαριασμό.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης αναζητείται αυτεπάγγελτα από την υπηρεσία. Αυτό σημαίνει ότι ο πολίτης δεν επιβαρύνεται με την υποχρέωση να το προσκομίσει ο ίδιος, μειώνοντας έστω και σε έναν βαθμό το βάρος της γραφειοκρατικής διαδικασίας. Για δικαιολογητικά που έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό, προβλέπεται ότι πρέπει να υποβάλλονται μεταφρασμένα από μεταφραστές εγγεγραμμένους στο Μητρώο Πιστοποιημένων Μεταφραστών του Υπουργείου Εξωτερικών.
Τι ισχύει ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του θανόντος
Η απόφαση δεν αντιμετωπίζει όλες τις οικογένειες με έναν ενιαίο και αδιαφοροποίητο τρόπο. Αντίθετα, προβλέπει διαφορετικά δικαιολογητικά ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του αποβιώσαντος. Για παράδειγμα, σε περίπτωση έγγαμου ή συμβίου αποβιώσαντος χωρίς τέκνα απαιτούνται τα βασικά στοιχεία ταυτοποίησης, η ληξιαρχική πράξη θανάτου, το πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, η ληξιαρχική πράξη γάμου ή συμφώνου συμβίωσης και το αποδεικτικό τραπεζικού λογαριασμού.
Αν ο αποβιώσας ήταν έγγαμος ή σύμβιος και είχε τέκνα, τότε προστίθενται, όπου χρειάζεται, βεβαιώσεις σπουδών για δικαιούχα τέκνα που φοιτούν και αίτηση παραπομπής στην Α.Σ.Υ.Ε. για τέκνα που είναι ανίκανα προς βιοπορισμό. Αντίστοιχες προβλέψεις υπάρχουν για άγαμο, εν χηρεία ή διαζευγμένο αποβιώσαντα με τέκνα, καθώς και για άγαμο, άτεκνο και ορφανό αποβιώσαντα, όπου ενδέχεται να ανακύπτει δικαίωμα αδελφών, ιδίως εάν σπουδάζουν ή είναι ανίκανα προς εργασία.
Η διαφοροποίηση αυτή είναι κρίσιμη, διότι αναγνωρίζει ότι πίσω από κάθε θύμα υπάρχει διαφορετική οικογενειακή πραγματικότητα. Άλλες φορές υπάρχει σύζυγος ή σύμβιος, άλλες φορές υπάρχουν ανήλικα παιδιά, άλλες φορές ενήλικα τέκνα που σπουδάζουν, άλλες φορές αδέλφια που μπορεί να εξαρτώνται οικονομικά ή κοινωνικά. Η διοίκηση καλείται να εξετάσει κάθε περίπτωση με βάση τα πραγματικά δεδομένα και τα νόμιμα δικαιολογητικά.
Πώς θα καταβάλλεται η ειδική σύνταξη
Η καταβολή της ειδικής σύνταξης θα γίνεται με τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για τις λοιπές ειδικές συντάξεις του Δημοσίου. Η απόφαση προβλέπει ότι, εκτός από τις κρατήσεις για υγειονομική περίθαλψη, η ειδική σύνταξη δεν υπόκειται σε καμία άλλη κράτηση, μείωση ή περικοπή. Επίσης, δεν λαμβάνεται υπόψη για να μειωθούν ή να περικοπούν μισθοί ή άλλες συντάξεις που λαμβάνει ο δικαιούχος από οποιονδήποτε φορέα.
Αυτό είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά σημεία της ρύθμισης. Η ειδική σύνταξη δεν αντιμετωπίζεται ως εισόδημα που έρχεται να «αντικαταστήσει» άλλα δικαιώματα ή να περιορίσει άλλες παροχές. Αντίθετα, έχει χαρακτήρα ειδικής κρατικής μέριμνας απέναντι σε οικογένειες που συνδέονται με θανάτους από εξαιρετικά τραγικά γεγονότα. Η πρόβλεψη αυτή αποτρέπει τον κίνδυνο να δοθεί από τη μία πλευρά μια παροχή και από την άλλη να χαθούν άλλα δικαιώματα.
Ο ρόλος της Ανωτάτης Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής
Σε περιπτώσεις όπου το δικαίωμα ειδικής σύνταξης συνδέεται με τέκνο ή αδελφό που είναι άγαμος και ανίκανος προς βιοπορισμό, αρμόδια για την κρίση της ανικανότητας είναι η Ανωτάτη Στρατού Υγειονομική Επιτροπή. Η Επιτροπή εξετάζει την ανικανότητα άσκησης κάθε βιοποριστικού επαγγέλματος σε σχέση με το ποσοστό αναπηρίας και αποστέλλει τη γνωμάτευσή της απευθείας στο Ε’ Τμήμα της Διεύθυνσης Εισοδηματικής Πολιτικής.
Η απόφαση δίνει επίσης τη δυνατότητα τόσο στην Α.Σ.Υ.Ε. όσο και στη Διεύθυνση Εισοδηματικής Πολιτικής να ζητούν πρόσθετα δικαιολογητικά, ιατρικές γνωματεύσεις ή πληροφορίες από δημόσιες ή άλλες αρχές, εφόσον αυτά είναι απαραίτητα για τη διαμόρφωση ασφαλούς κρίσης. Παράλληλα, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να συνυποβάλει ιατρικές γνωματεύσεις, απεικονιστικές εξετάσεις, πιστοποιητικά αναπηρίας από ΚΕ.Π.Α. ή κάθε άλλο στοιχείο που στηρίζει την υπόθεσή του.
Όταν η αιτία θανάτου δεν προκύπτει καθαρά
Η απόφαση προβλέπει ειδική αντιμετώπιση για τις περιπτώσεις όπου από τη ληξιαρχική πράξη θανάτου δεν προκύπτει άμεσα και ξεκάθαρα η σύνδεση του θανάτου με το τραγικό γεγονός. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το Ε’ Τμήμα της Διεύθυνσης Εισοδηματικής Πολιτικής μπορεί να εξετάζει κάθε πρόσφορο έγγραφο ή δικαστική απόφαση που πιστοποιεί την αιτία επέλευσης του θανάτου. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν επίσης να προσκομίσουν κάθε υποστηρικτικό στοιχείο που τεκμηριώνει το δικαίωμά τους.
Αυτή η πρόβλεψη είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί στις μεγάλες καταστροφές η αιτιώδης σύνδεση ενός θανάτου με το συμβάν δεν αποτυπώνεται πάντα με απόλυτη σαφήνεια σε ένα μόνο έγγραφο. Μπορεί να απαιτούνται ιατρικά, διοικητικά, δικαστικά ή άλλα στοιχεία. Η απόφαση, επομένως, αφήνει ανοιχτό το περιθώριο ουσιαστικής εξέτασης και δεν περιορίζει μηχανιστικά την κρίση σε ένα μόνο πιστοποιητικό.
Η σχέση με τις καταβολές του ΟΠΕΚΑ
Η απόφαση ρυθμίζει και το ζήτημα της σχέσης μεταξύ της ειδικής σύνταξης και των ποσών που καταβάλλονται από τον ΟΠΕΚΑ. Κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων, προβλέπεται διασταύρωση ανάμεσα στο ποσό της ειδικής σύνταξης που πρόκειται να καταβληθεί στα δικαιούχα τέκνα και στο ποσό που θα καταβληθεί για τον ίδιο μήνα από τον ΟΠΕΚΑ. Αν η ειδική σύνταξη υπερβαίνει τη μηνιαία οικονομική ενίσχυση, τότε καταβάλλεται το μεγαλύτερο ποσό και ενημερώνεται ο ΟΠΕΚΑ ώστε να μη γίνει διπλή καταβολή.
Σε δεύτερο χρόνο, προβλέπεται αναδρομικός έλεγχος για τα ποσά που έχει καταβάλει ο ΟΠΕΚΑ από τις 12 Δεκεμβρίου 2025 έως τον προηγούμενο μήνα της πρώτης καταβολής της σύνταξης. Αν από τον έλεγχο προκύψει ότι η ειδική σύνταξη είναι μεγαλύτερη από την ήδη καταβληθείσα ενίσχυση, τότε το Ε’ Τμήμα της Διεύθυνσης Εισοδηματικής Πολιτικής καταβάλλει τη σχετική διαφορά.
Η ρύθμιση αυτή επιδιώκει να αποφύγει τόσο την αδικία όσο και τη διπλή πληρωμή. Από τη μία πλευρά, ο δικαιούχος δεν πρέπει να χάσει ποσά που του αναλογούν. Από την άλλη, αν υπάρξει ταυτόχρονη καταβολή για τον ίδιο μήνα τόσο οικονομικής ενίσχυσης όσο και ειδικής σύνταξης, το υπερβάλλον ποσό θεωρείται αχρεωστήτως καταβληθέν και συμψηφίζεται.
Υποχρέωση ενημέρωσης σε περίπτωση μεταβολών
Οι δικαιούχοι έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν άμεσα το Ε’ Τμήμα της Διεύθυνσης Εισοδηματικής Πολιτικής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για κάθε μεταβολή της προσωπικής ή οικογενειακής τους κατάστασης που μπορεί να επηρεάσει είτε το δικαίωμα χορήγησης είτε το ύψος της σύνταξης.
Αυτό σημαίνει ότι αλλαγές όπως μεταβολή οικογενειακής κατάστασης, αλλαγή σπουδαστικής ιδιότητας, αλλαγή στοιχείων δικαιούχων, τραπεζικών δεδομένων ή συνθηκών αναπηρίας πρέπει να δηλώνονται εγκαίρως. Η ειδική σύνταξη δεν είναι μια παροχή που απονέμεται και μένει ανεξέλεγκτη. Συνδέεται με πραγματικά δεδομένα, τα οποία πρέπει να παραμένουν ενημερωμένα.
Η θεσμική σημασία της απόφασης
Η συγκεκριμένη απόφαση έχει βαρύτητα πολύ μεγαλύτερη από το τεχνικό της περιεχόμενο. Έρχεται σε συνέχεια τραγωδιών που άφησαν βαθύ κοινωνικό τραύμα. Η πυρκαγιά στην Ανατολική Αττική το 2018 και η πλημμύρα στη Δυτική Αττική το 2017 δεν ήταν απλώς φυσικές καταστροφές. Ήταν γεγονότα που αποκάλυψαν ανεπάρκειες, καθυστερήσεις, λάθη, διοικητικά κενά και ανθρώπινες απώλειες που δεν μπορούν να αποτιμηθούν με οικονομικά μέτρα.
Η ειδική σύνταξη δεν μπορεί να επαναφέρει ανθρώπους που χάθηκαν. Δεν μπορεί να ακυρώσει τον πόνο των οικογενειών. Δεν μπορεί να σβήσει τις εικόνες των καταστροφών. Μπορεί όμως να αποτελέσει μια μορφή θεσμικής αναγνώρισης, μια ελάχιστη πράξη στήριξης και μια πρακτική παρέμβαση για όσους έμειναν πίσω. Σε ένα κράτος δικαίου, η μνήμη των θυμάτων δεν πρέπει να εξαντλείται σε επετείους, δηλώσεις και στεφάνια. Πρέπει να μετατρέπεται σε πολιτική ευθύνη, διοικητική πράξη και πραγματική μέριμνα.
Η Κοινή Υπουργική Απόφαση 68501 ΕΞ 2026 δεν είναι ένα απλό διοικητικό κείμενο. Είναι η μετάβαση από τη γενική υπόσχεση στην εφαρμοσμένη διαδικασία. Είναι το πλαίσιο μέσα από το οποίο οι οικογένειες των θυμάτων σε Μάτι και Μάνδρα μπορούν να διεκδικήσουν την ειδική σύνταξη που προβλέπει ο νόμος, γνωρίζοντας πλέον ποια βήματα πρέπει να ακολουθήσουν και ποια δικαιολογητικά πρέπει να συγκεντρώσουν.
Η σημασία της βρίσκεται ακριβώς εκεί: στη σαφήνεια. Όταν μια οικογένεια έχει χάσει άνθρωπο σε εθνική τραγωδία, δεν πρέπει να περιφέρεται από υπηρεσία σε υπηρεσία αναζητώντας απαντήσεις. Δεν πρέπει να παλεύει με ασαφείς οδηγίες, αόριστες υποσχέσεις και διοικητικά κενά. Η Πολιτεία οφείλει να μιλά καθαρά, να ενεργεί γρήγορα και να στηρίζει έμπρακτα.
Η ειδική σύνταξη για τις οικογένειες των θυμάτων δεν είναι προνόμιο. Είναι ελάχιστη αναγνώριση μιας ανεπανόρθωτης απώλειας. Είναι μια θεσμική υποχρέωση απέναντι σε ανθρώπους που βίωσαν το αδιανόητο. Και όσο καθυστερημένα κι αν έρχεται η πλήρης διοικητική εξειδίκευση, η εφαρμογή της πρέπει να γίνει με ταχύτητα, ευαισθησία και σεβασμό. Γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις, η δικαιοσύνη δεν μετριέται μόνο με νόμους και αποφάσεις. Μετριέται με το αν ο πολίτης νιώθει ότι το κράτος, έστω και αργά, στέκεται δίπλα του με πράξεις.
Discover more from Το Μάτι μας
Subscribe to get the latest posts sent to your email.