Μίλησε για το Μάτι, “κόπηκε” στις κρίσεις, και τελικά δικαιώθηκε: η υπόθεση του αξιωματικού που πλήρωσε την αλήθεια – και η απόφαση του ΣτΕ που έβαλε όρια στη διοικητική αυθαιρεσία

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία μιας δημόσιας υπηρεσίας που λειτουργούν σαν καθρέφτης: δείχνουν όχι μόνο τι έγινε σε μια κρίση, αλλά και τι ακολούθησε μετά — πώς συμπεριφέρθηκε ο μηχανισμός απέναντι σε όσους τόλμησαν να πουν αυτά που είδαν. Η τραγωδία στο Μάτι, στις 23 Ιουλίου 2018, δεν υπήρξε απλώς μια φονική πυρκαγιά. Ήταν ένα γεγονός που «ξεγύμνωσε» διαδικασίες, αντανακλαστικά, συντονισμό, ετοιμότητα, και κυρίως την ικανότητα του κράτους να προστατεύσει τους πολίτες την κρίσιμη ώρα.

Όμως, πέρα από την ίδια την ημέρα της καταστροφής, υπήρξε και ένα δεύτερο, πιο αθόρυβο πεδίο σύγκρουσης: το πεδίο της ευθύνης, της μαρτυρίας και της λογοδοσίας. Εκεί εμφανίζεται ο πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας: ένας αξιωματικός της Πυροσβεστικής, στον βαθμό του Αντιπύραρχου, ο οποίος κατέθεσε στη δίκη για το Μάτι, μίλησε για παραλείψεις, περιέγραψε επιχειρησιακά κενά, υποστήριξε ότι υπήρχε προειδοποιητική γνώση κινδύνου και ότι υπήρχαν δυνατότητες που δεν αξιοποιήθηκαν — από την ενίσχυση των δυνάμεων μέχρι την έγκαιρη εκκένωση και την άμεση ειδοποίηση των πολιτών.

Και έπειτα, ήρθαν οι «κρίσεις». Το 2019, ενώ —όπως υποστηρίζεται— είχε υπηρεσιακά προσόντα και αξιολογήσεις που τον καθιστούσαν άξιο προαγωγής, δεν προήχθη, και στη θέση του επιλέχθηκε νεότερος. Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν απλώς μια υπηρεσιακή γκρίνια ή μια εσωτερική ένσταση. Ήταν ένας μακρύς δικαστικός δρόμος, ένας αγώνας για να αποδειχθεί ότι οι αποφάσεις της διοίκησης δεν μπορεί να είναι «θολές», ούτε να τιμωρούν εμμέσως όσους μιλούν.

Η τελική δικαίωση από το Συμβούλιο της Επικρατείας —με συγκεκριμένη απόφαση που κρίνει ότι η δυσμενής κρίση ήταν πλημμελώς αιτιολογημένη— δεν αφορά μόνο έναν άνθρωπο. Αφορά την ίδια την έννοια της θεσμικής ασφάλειας: ότι σε ένα κράτος δικαίου, ο υπάλληλος και ο αξιωματικός δεν πρέπει να ζουν με τον φόβο πως η αλήθεια θα έχει «υπηρεσιακό κόστος». Και ότι η δημόσια διοίκηση υποχρεούται να τεκμηριώνει, όχι να υπαινίσσεται.

Η ιστορία, με καθαρή χρονική διαδρομή

1) Η κατάθεση για το Μάτι και το βάρος της μαρτυρίας

Ο αξιωματικός —τότε διοικητής του 12ου Πυροσβεστικού Σταθμού Αθηνών— βρέθηκε στο επίκεντρο της δίκης για τη φωτιά στο Μάτι. Στην κατάθεσή του περιέγραψε, από τη δική του επιχειρησιακή οπτική, πράγματα που «δεν έγιναν» και που, κατά την κρίση του, θα μπορούσαν να είχαν αλλάξει την εξέλιξη.

Μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι:

  • Υπήρχε γνώση επικινδυνότητας από την προηγούμενη ημέρα και άρα υπήρχε λόγος αυξημένης ετοιμότητας και καλύτερης επάνδρωσης οχημάτων.

  • Υπήρξε σοβαρή έλλειψη εναέριων μέσων την κρίσιμη ώρα.

  • Ζήτησε ενισχύσεις λίγο πριν τις 17:00, περιγράφοντας ότι η φωτιά είχε μπει στον περίβολο κατοικιών και κινείτο δυναμικά.

  • Εμφανίζεται ένα χαρακτηριστικό χρονικό: περίπου στις 17:11 ήρθε ένα εναέριο, έκανε μία ρίψη και υπήρξε μια προσωρινή ανακούφιση, όμως δεν υπήρξε συνέχεια με περισσότερα εναέρια.

  • Κατά την εκτίμησή του, αν υπήρχαν 3–4 εναέρια στην κρίσιμη ζώνη του χρόνου (περίπου 17:00–17:30), η φωτιά θα μπορούσε να είχε ανακοπεί πριν εξαπλωθεί καταστροφικά.

Παράλληλα, έθεσε το θέμα της εκκένωσης και της άμεσης ειδοποίησης: ότι θα μπορούσε να είχε διαταχθεί απομάκρυνση πληθυσμού και ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ακόμη και απλά μέσα ενημέρωσης στο πεδίο (π.χ. ντουντούκες/μεγάφωνα), ώστε να κινηθεί ο κόσμος εγκαίρως. Το κέντρο βάρους της κατάθεσης ήταν το ίδιο: «χάθηκαν 104 άνθρωποι» και άρα δεν μιλάμε για θεωρητικές διαφωνίες, αλλά για αποφάσεις και παραλείψεις με ανθρώπινο αποτύπωμα.

2) Η καταγγελία για «πίεση» και ο φόβος ως μέσο αποδυνάμωσης

Στην ίδια υπόθεση περιγράφεται ότι ο αξιωματικός (όπως και ο πραγματογνώμονας) ένιωσε ότι αντιμετώπισε εκφοβισμό μέσω μήνυσης από κατηγορούμενο. Το νόημα αυτού του σημείου είναι κρίσιμο: όταν ένας μάρτυρας σε μια υπόθεση μεγάλου δημόσιου ενδιαφέροντος δέχεται επιθετικές νομικές κινήσεις, συχνά το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η προσωπική ταλαιπωρία, αλλά και η προσπάθεια μείωσης της αξιοπιστίας του.

Ο ίδιος εμφανίζεται να απαντά με μια στάση «δεν υποχωρώ»: ότι ακριβώς επειδή χάθηκαν τόσοι άνθρωποι, είναι εκεί για να καταθέσει και να περιγράψει όσα πιστεύει πως μπορούσαν να γίνουν.

3) Οι κρίσεις του 2019 και η μη προαγωγή

Το 2019, στις υπηρεσιακές κρίσεις, ο αξιωματικός δεν προήχθη στον βαθμό του Πύραρχου, παρότι θεωρούσε ότι το δικαιούται. Αντί γι’ αυτό, επιλέχθηκε νεότερος.

Η αιτιολογία που αποδόθηκε στη δυσμενή κρίση συνοψίζεται στο μοτίβο: «δεν συγκεντρώνει σε ικανοποιητικό βαθμό όλα τα ουσιαστικά προς προαγωγή προσόντα». Πρόκειται για μια φράση που, αν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα, μετρήσιμα στοιχεία (π.χ. ποια προσόντα, ποια περιστατικά, ποια αξιολογικά δεδομένα, ποια αντικειμενική θεμελίωση), αφήνει μεγάλο περιθώριο αμφισβήτησης. Και αυτό ακριβώς γίνεται το επίκεντρο της δικαστικής μάχης.

4) Η πρώτη δικαστική δικαίωση και η υποχρέωση «να ξανακριθεί» με αιτιολογία

Ο αξιωματικός προσφεύγει στη Δικαιοσύνη. Σε προηγούμενο στάδιο, Διοικητικό Εφετείο φέρεται να δέχεται την αίτηση ακύρωσης και να επιστρέφει την υπόθεση στη διοίκηση, ζητώντας νέα, αιτιολογημένη κρίση. Δηλαδή: «κρίνε ξανά, αλλά αυτή τη φορά εξήγησε συγκεκριμένα».

Αυτό είναι κομβικό θεσμικά: τα δικαστήρια δεν αντικαθιστούν τη διοίκηση στην ουσία της υπηρεσιακής κρίσης, αλλά ελέγχουν τη νομιμότητα, την αιτιολογία και την τήρηση κανόνων. Με απλά λόγια: δεν λένε ποιος είναι καλύτερος αξιωματικός· λένε αν η διοίκηση έκρινε νόμιμα και τεκμηριωμένα.

5) Η επανάκριση και η ομόφωνη προαγωγή

Μετά την αναπομπή, το Ανώτερο Δικαστικό (υπηρεσιακό) Συμβούλιο του Πυροσβεστικού Σώματος, στις 12/12/2019, φαίνεται να συμμορφώνεται με τη δικαστική κατεύθυνση και —κατόπιν επανάκρισης— να επιλέγει ομόφωνα τον αξιωματικό για τον βαθμό του Πύραρχου, κρίνοντας ότι έχει τα ουσιαστικά προσόντα.

Η λεπτομέρεια εδώ είναι αποκαλυπτική: όταν η κρίση γίνεται ξανά, με βάση τον φάκελο και με ουσιαστική αξιολόγηση, το αποτέλεσμα αντιστρέφεται.

6) Η «μάχη των αξιολογήσεων» και η αντίφαση των βαθμολογιών

Στο υλικό της υπόθεσης περιλαμβάνονται αναφορές σε εκθέσεις ικανότητας όπου:

  • Σε ορισμένα σημεία εμφανίζονται υψηλές βαθμολογίες (π.χ. 9, 8, 8,1),

  • Υπάρχουν επιμέρους χαμηλότερες βαθμολογίες (π.χ. 7 στο “Κύρος” και ηθικά προσόντα σε συγκεκριμένη περίοδο),

  • Και κυρίως: υπάρχει διαφωνία μεταξύ συντάκτη και γνωματεύοντος, με τον γνωματεύοντα να ανεβάζει τη βαθμολόγηση στο 10 «σε όλα», επικαλούμενος ότι δεν υπάρχουν δυσμενή στοιχεία ή έγγραφα που να στηρίζουν «ελαττώματα ηθικών προσόντων».

Το ζήτημα εδώ δεν είναι ποιος «είχε δίκιο» σε κάθε βαθμό. Είναι ότι η διοίκηση οφείλει, όταν τελικά εκδίδει δυσμενή κρίση, να μπορεί να δείξει καθαρά:

  • ποια στοιχεία βάρυναν,

  • γιατί αυτά υπερτερούν των θετικών,

  • και πώς καταλήγει ότι «δεν συγκεντρώνει τα ουσιαστικά προσόντα».

Χωρίς αυτό, η κρίση μοιάζει με γενικόλογο συμπέρασμα, όχι με αιτιολογημένη διοικητική πράξη.

7) Η προσφυγή στο ΣτΕ και η τελική κρίση για «πλημμελή αιτιολογία»

Η υπόθεση φτάνει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με προσφυγή που στρέφεται κατά του αρμόδιου Υπουργού και του οργάνου κρίσεων. Η συζήτηση αναφέρεται ότι έγινε στις 14 Νοεμβρίου 2024, και η απόφαση που προκύπτει είναι η 1427/2025.

Το κρίσιμο σημείο της απόφασης είναι η ουσία του σκεπτικού: ότι η επίδικη δυσμενής κρίση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, άρα δεν στέκει νομικά όπως εκδόθηκε. Με άλλα λόγια: η διοίκηση δεν μπορεί να «κόβει» έναν αξιωματικό με μια ασαφή, μη τεκμηριωμένη φράση, όταν ο φάκελος εμφανίζει αξιολογήσεις, διαφωνίες, και δεδομένα που απαιτούν σοβαρή στάθμιση και εξήγηση.

Γιατί αυτή η υπόθεση έχει ευρύτερη σημασία (και δεν είναι “ατομική”)

Α) Θέτει όρια στην «αοριστία» της διοίκησης

Οι κρίσεις και προαγωγές είναι πεδίο όπου εύκολα μπορεί να κρυφτεί η αυθαιρεσία πίσω από γενικές διατυπώσεις. Η δικαστική παρέμβαση υπενθυμίζει ότι η αξιολόγηση δεν είναι «γνώμη» χωρίς αποδείξεις: είναι διοικητική πράξη που πρέπει να αντέχει στον έλεγχο νομιμότητας.

Β) Στέλνει μήνυμα για την προστασία όσων μιλούν

Χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ρητά “αντίποινο”, το ίδιο το γεγονός ότι ένας μάρτυρας σε υπόθεση εθνικού τραύματος βρέθηκε μετά να δίνει πολυετή δικαστικό αγώνα για την υπηρεσιακή του εξέλιξη, δημιουργεί ένα ισχυρό κοινωνικό μήνυμα: οι θεσμοί οφείλουν να προστατεύουν τη μαρτυρία, όχι να την καθιστούν επικίνδυνη.

Γ) Αγγίζει τη συλλογική μνήμη του Ματιού

Η υπόθεση επαναφέρει στο δημόσιο διάλογο επιχειρησιακά ερωτήματα: εναέρια μέσα, συντονισμός, διαχείριση προειδοποιήσεων, εκκένωση, ενημέρωση πληθυσμού. Δηλαδή, τα “μαθήματα” μιας τραγωδίας που δεν πρέπει να ξεθωριάσουν.

Δ) Υπενθυμίζει ότι η λογοδοσία δεν είναι εκδίκηση

Σε μια δημοκρατία, η ανάδειξη λαθών σε μια καταστροφή δεν είναι «επίθεση στο Σώμα» ούτε «αχαριστία». Είναι προϋπόθεση βελτίωσης. Όταν ο μάρτυρας λέει «δεν φοβήθηκα, είμαι εδώ γιατί χάθηκαν 104 άνθρωποι», το κράτος οφείλει να ακούει — όχι να δημιουργεί την εντύπωση ότι τιμωρεί.

Η ιστορία αυτού του αξιωματικού δεν διαβάζεται σαν ένα ακόμη επεισόδιο διοικητικής διαμάχης. Διαβάζεται σαν μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο λογικές: από τη μία, η λογική της γενικόλογης κρίσης, της «σιωπηλής» απαξίωσης, της ασαφούς αξιολόγησης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν εργαλείο. Από την άλλη, η λογική του κράτους δικαίου, όπου κάθε δυσμενής απόφαση οφείλει να είναι καθαρή, τεκμηριωμένη, ελέγξιμη — και όπου η αλήθεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «παραφωνία» που πρέπει να πληρώσει κόστος.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με τη διαπίστωση της πλημμελούς αιτιολογίας, υπενθυμίζει κάτι θεμελιώδες: ότι η διοίκηση δεν δικαιούται να κρίνει «στο περίπου», ούτε να μιλά με υπαινιγμούς όταν κρατά στα χέρια της την επαγγελματική πορεία ενός ανθρώπου. Και ακόμη περισσότερο, ότι σε υποθέσεις εθνικού πένθους και μαζικής απώλειας, η μαρτυρία και η λογοδοσία δεν είναι “ενοχλητικές”. Είναι αναγκαίες.

Τελικά, η δικαίωση ενός πυροσβέστη που μίλησε για ελλείψεις στο Μάτι δεν είναι απλώς προσωπική δικαίωση. Είναι ένα θεσμικό μήνυμα προς όλους τους ένστολους και τους δημόσιους λειτουργούς: μπορεί να χρειαστεί να δώσεις μάχη, αλλά η αλήθεια δεν είναι παράπτωμα. Και είναι ταυτόχρονα μήνυμα προς την κοινωνία: ότι, έστω και αργά, υπάρχουν μηχανισμοί που μπορούν να βάλουν φρένο στην αδιαφάνεια και να επαναφέρουν την έννοια της δικαιοσύνης εκεί που πρέπει να ανήκει — στην πράξη, όχι μόνο στα λόγια.


Discover more from Το Μάτι μας

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Related Posts

Discover more from Το Μάτι μας

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading