Μάτι: Η ενοχή έγινε αμετάκλητη, οι πληγές όμως παραμένουν ανοιχτές — Στο Εφετείο για ελαφρυντικά, ενώ οι συγγενείς απαιτούν ολόκληρη την αλήθεια

Η φονική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου 2018 στο Μάτι δεν αποτελεί απλώς μία από τις πιο οδυνηρές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Παραμένει μια ανοιχτή ανθρώπινη, κοινωνική, θεσμική και δικαστική πληγή, η οποία εξακολουθεί να δοκιμάζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη λειτουργία του κράτους, στην αποτελεσματικότητα των μηχανισμών πολιτικής προστασίας και στην ικανότητα της Δικαιοσύνης να αποδώσει ευθύνες σε όλο τους το εύρος.

Η τραγωδία άφησε πίσω της 104 νεκρούς και δεκάδες σοβαρά τραυματισμένους, ανθρώπους που εγκλωβίστηκαν μέσα σε λίγα λεπτά σε μια πύρινη παγίδα, οικογένειες που έχασαν αγαπημένα τους πρόσωπα και εγκαυματίες που συνεχίζουν μέχρι σήμερα να ζουν με τις σωματικές και ψυχικές συνέπειες εκείνης της ημέρας.

Τώρα η υπόθεση επιστρέφει στο Εφετείο. Όχι για να εξεταστεί ξανά αν οι τρεις συγκεκριμένοι καταδικασθέντες είναι ένοχοι —η ενοχή τους έχει ήδη κριθεί αμετάκλητα— αλλά για να αξιολογηθεί εάν δικαιούνται το ελαφρυντικό του «σύννομου βίου», το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση.

Αυτή ακριβώς η εξέλιξη προκαλεί την έντονη αντίδραση των συγγενών των θυμάτων και των εγκαυματιών. Οι οικογένειες δεν αρνούνται ότι κάθε καταδικασμένος έχει δικαίωμα να ασκήσει τα ένδικα μέσα που του παρέχει ο νόμος. Θέτουν όμως ένα βαθύτερο και εξαιρετικά κρίσιμο ερώτημα: Πώς μπορεί να συζητείται η ελάφρυνση των ποινών, όταν παραμένουν, κατά την άποψή τους, σοβαρές πλευρές της τραγωδίας που δεν διερευνήθηκαν πλήρως και άνθρωποι των οποίων οι υποθέσεις δεν συμπεριλήφθηκαν εγκαίρως στη δικαστική διαδικασία;

Στις 16 Σεπτεμβρίου η νέα κρίσιμη δίκη

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2026 αναμένεται να βρεθούν ξανά ενώπιον του Εφετείου τρεις από τους καταδικασθέντες για την τραγωδία στο Μάτι:

  • Ο Σωτήρης Τερζούδης, τότε αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος.
  • Ο Βασίλης Ματθαιόπουλος, τότε υπαρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος.
  • Ο Ιωάννης Καπάκης, τότε γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας.

Το αντικείμενο της νέας δίκης είναι απολύτως συγκεκριμένο. Το δικαστήριο δεν καλείται να επανεξετάσει την ενοχή τους, αλλά να αποφανθεί για το εάν πρέπει να τους αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του σύννομου βίου και, εφόσον αυτό γίνει δεκτό, να προσδιορίσει εκ νέου τις ποινές τους.

Η υπόθεση οδηγήθηκε και πάλι στο Εφετείο μετά την υπ’ αριθμόν 694/2026 απόφαση του Αρείου Πάγου. Το ανώτατο δικαστήριο διατήρησε την καταδικαστική κρίση, καθιστώντας την αμετάκλητη, αλλά αναίρεσε εν μέρει την απόφαση ως προς την απόρριψη του συγκεκριμένου ελαφρυντικού για τους τρεις καταδικασθέντες.

Η νέα δίκη, επομένως, δεν αναιρεί τις καταδίκες και δεν επαναφέρει από την αρχή την υπόθεση. Αφορά αποκλειστικά το ελαφρυντικό και τις συνέπειες που ενδεχομένως θα έχει στην τελική διαμόρφωση των ποινών.

Η ενοχή είναι πλέον αμετάκλητη

Ο Άρειος Πάγος έκρινε οριστικά ότι οι πράξεις και οι παραλείψεις που αποδόθηκαν στους καταδικασθέντες συνδέονται με τις ανθρωποκτονίες και τις σωματικές βλάβες από αμέλεια που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της καταστροφικής πυρκαγιάς.

Με τη συγκεκριμένη απόφαση έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο της αμφισβήτησης της ενοχής τους. Δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα επανεξέτασης αυτού του σκέλους από άλλο τακτικό δικαστήριο. Αυτό που παραμένει ανοιχτό είναι μόνο η ποινική τους μεταχείριση ως προς το επίμαχο ελαφρυντικό.

Τον Ιούνιο του 2025 το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων είχε επιβάλει συνολικές ποινές φυλάκισης 340 ετών, με εκτιτέα τα πέντε έτη, στους Σωτήρη Τερζούδη, Βασίλη Ματθαιόπουλο, Ιωάννη Φωστιέρη και Ιωάννη Καπάκη. Το δικαστήριο είχε αποφασίσει οι ποινές να εκτιθούν χωρίς αναστολή και χωρίς μετατροπή.

Η μερική αναίρεση που ακολούθησε δεν ακυρώνει αυτή την ιστορική καταδικαστική κρίση. Δημιουργεί, ωστόσο, τη δυνατότητα αναπροσαρμογής των ποινών για τους τρεις από τους τέσσερις καταδικασθέντες, εφόσον το Εφετείο αποφασίσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του σύννομου βίου.

Τι σημαίνει το ελαφρυντικό του «σύννομου βίου»

Το ελαφρυντικό του σύννομου βίου προβλέπεται από το άρθρο 84 παράγραφος 2α του Ποινικού Κώδικα. Η πιθανή αναγνώρισή του συνδέεται με τη συνολική προηγούμενη ζωή του καταδικασθέντος και μπορεί να επιφέρει μειωμένο πλαίσιο ποινής.

Η εξέτασή του αποτελεί νόμιμο δικαίωμα κάθε καταδικασθέντος. Το γεγονός ότι κάποιος έχει κριθεί ένοχος δεν σημαίνει ότι στερείται του δικαιώματος να ζητήσει την εφαρμογή μιας ευνοϊκότερης διάταξης, εφόσον θεωρεί ότι πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.

Για τις οικογένειες των θυμάτων, ωστόσο, η υπόθεση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μία συνηθισμένη ποινική διαδικασία αποκομμένη από το μέγεθος της καταστροφής, τη θέση ευθύνης των καταδικασθέντων και τη συμπεριφορά που ακολούθησε την τραγωδία.

Οι συγγενείς υποστηρίζουν ότι η κρίση για τον σύννομο βίο δεν πρέπει να περιοριστεί σε μια τυπική εξέταση του παρελθόντος των καταδικασθέντων. Θεωρούν ότι πρέπει να συνεκτιμηθεί η συνολική στάση τους απέναντι στα γεγονότα, στις ευθύνες, στα θύματα και στις οικογένειες που επί χρόνια αγωνίζονται για τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης.

Για εκείνους, η μεταμέλεια δεν μπορεί να περιορίζεται σε έναν νομικό ισχυρισμό. Πρέπει να αποδεικνύεται έμπρακτα, με ανάληψη ευθύνης, ειλικρινή στάση και σεβασμό απέναντι στους ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους ή καταστράφηκαν σωματικά και ψυχικά.

Η οργή των συγγενών: «Δεν έχει δικαστεί ολόκληρη η υπόθεση»

Ο Σύλλογος Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική εκφράζει τη βαθιά ανησυχία του για την πορεία της δικαστικής διερεύνησης. Οι οικογένειες υποστηρίζουν ότι, παρά τις δίκες και τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί, η υπόθεση δεν διερευνήθηκε σε όλο της το εύρος.

Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι μια ποινική υπόθεση δεν αρχίζει την ημέρα που ανοίγει η αίθουσα του δικαστηρίου. Πολύ πριν από τη δίκη προηγούνται κρίσιμα στάδια: η προανάκριση, η κύρια ανάκριση, η συγκέντρωση των στοιχείων, η αξιολόγηση των μαρτυριών, η πραγματογνωμοσύνη, η εξακρίβωση των πράξεων και των παραλείψεων και η αναζήτηση όλων των προσώπων που ενδεχομένως φέρουν ευθύνη.

Από την ποιότητα αυτής της αρχικής έρευνας εξαρτάται ολόκληρη η συνέχεια. Με βάση τα στοιχεία που συγκεντρώνονται σχηματίζεται η δικογραφία, εκδίδονται τα δικαστικά βουλεύματα και διαμορφώνεται τελικά το κατηγορητήριο.

Οι συγγενείς περιγράφουν μια αλυσίδα σοβαρών συνεπειών:

Ελλιπής διερεύνηση σημαίνει ελλιπή δικογραφία.
Ελλιπής δικογραφία σημαίνει περιορισμένο κατηγορητήριο.
Περιορισμένο κατηγορητήριο σημαίνει ότι το δικαστήριο μπορεί να κρίνει μόνο ένα μέρος της πραγματικής υπόθεσης.

Ένα δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει για μια ευθύνη που δεν διερευνήθηκε, για ένα στοιχείο που δεν εντοπίστηκε ή για μια πράξη που δεν συμπεριλήφθηκε στην κατηγορία. Επομένως, ακόμη και μια ολοκληρωμένη δικαστική διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμένη κρίση, όταν το αρχικό υλικό που έφτασε στο ακροατήριο δεν αποτυπώνει ολόκληρη την εικόνα.

Τα λάθη και τα κενά που καταγγέλλουν οι οικογένειες

Οι συγγενείς των νεκρών και οι εγκαυματίες δηλώνουν ότι, έχοντας αποκτήσει βαθιά γνώση της δικογραφίας μέσα από την πολυετή παρουσία τους στις δικαστικές αίθουσες, διαπίστωσαν σημαντικές ελλείψεις ήδη από τα πρώτα στάδια της έρευνας.

Κατά την εκτίμησή τους, αυτές οι ελλείψεις δεν αποτέλεσαν απλές διαδικαστικές ατέλειες. Επηρέασαν το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου, τα πρόσωπα που οδηγήθηκαν στη Δικαιοσύνη, τις πράξεις που εξετάστηκαν και τελικά την έκταση της δικαστικής κρίσης.

Ανάμεσα στα ζητήματα που αναδεικνύουν περιλαμβάνονται:

Εγκαυματίες που δεν συμπεριλήφθηκαν στην πρώτη δίκη

Ορισμένες περιπτώσεις εγκαυματιών δεν αποτέλεσαν μέρος της αρχικής δικαστικής διαδικασίας. Για τις συγκεκριμένες υποθέσεις απαιτήθηκε να κινηθεί νέα διαδικασία, ώστε να εξεταστούν οι ευθύνες που συνδέονται με τις σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστησαν.

Το γεγονός αυτό ενισχύει, σύμφωνα με τις οικογένειες, την πεποίθηση ότι το αρχικό κατηγορητήριο δεν περιέλαβε όλες τις ανθρώπινες συνέπειες της καταστροφής.

Ερωτήματα για τον ομαδικό τάφο και τη σορό γυναίκας

Ο Σύλλογος αναφέρεται επίσης σε σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τον ομαδικό τάφο και με τη σορό γυναίκας. Οι συγγενείς επισημαίνουν ότι έχουν καταθέσει για τα θέματα αυτά στις προηγούμενες δίκες, θεωρούν όμως ότι δεν διερευνήθηκαν με την πληρότητα που επέβαλλε η σοβαρότητά τους.

Δηλώνουν μάλιστα ότι επανέρχονται με επίσημα στοιχεία, ζητώντας να εξεταστούν οι συγκεκριμένες πτυχές ουσιαστικά και χωρίς άλλες καθυστερήσεις. Δεν παρουσιάζουν τους προβληματισμούς τους ως ήδη αποδεδειγμένα δικαστικά συμπεράσματα, αλλά ως σοβαρά ζητήματα που, κατά τη θέση τους, απαιτούν θεσμική απάντηση και ολοκληρωμένη διερεύνηση.

«Σεβόμαστε τα δικαιώματα, αλλά απαιτούμε πλήρη Δικαιοσύνη»

Η θέση των συγγενών δεν είναι ότι οι καταδικασθέντες πρέπει να στερηθούν τα νόμιμα δικαιώματά τους. Αντίθετα, αναγνωρίζουν ότι κάθε πολίτης, ακόμη και μετά την καταδίκη του, δικαιούται να ζητήσει την εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπει ο νόμος.

Η ένστασή τους βρίσκεται αλλού: Μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη η απονομή της Δικαιοσύνης όταν εξακολουθούν να υπάρχουν θύματα, στοιχεία και κρίσιμα ερωτήματα που δεν έχουν εξεταστεί στον βαθμό που θα έπρεπε;

Για τις οικογένειες, η Δικαιοσύνη δεν εξαντλείται στην έκδοση μιας απόφασης. Προϋποθέτει ότι προηγουμένως αναζητήθηκε ολόκληρη η αλήθεια, διερευνήθηκαν όλες οι πιθανές ευθύνες και ακούστηκαν όλα τα θύματα.

Δεν ζητούν την παραβίαση των δικαιωμάτων των καταδικασθέντων. Ζητούν ισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα εκείνων που κρίθηκαν ένοχοι και στο δικαίωμα των θυμάτων να έχουν μια πλήρη, ακριβή και ουσιαστική δικαστική διερεύνηση.

Οι συγγενείς θα βρίσκονται ξανά στο δικαστήριο

Στις 16 Σεπτεμβρίου οι συγγενείς των θυμάτων και οι εγκαυματίες δηλώνουν αποφασισμένοι να βρίσκονται και πάλι στο Εφετείο. Θα παρακολουθήσουν τη διαδικασία και θα καταθέσουν όσα γνωρίζουν, επιμένοντας ότι η φωνή των ανθρώπων που βίωσαν την τραγωδία δεν μπορεί να απουσιάζει από καμία δικαστική κρίση που αφορά τις συνέπειές της.

Η παρουσία τους δεν έχει μόνο συμβολικό χαρακτήρα. Αποτελεί συνέχεια ενός πολυετούς αγώνα για λογοδοσία, θεσμική διαφάνεια και πλήρη αποτύπωση των γεγονότων.

Οι οικογένειες έχουν ζήσει την καταστροφή από την πρώτη στιγμή. Έχουν βιώσει την απώλεια, τις έρευνες, τις καθυστερήσεις, την ανάγνωση χιλιάδων σελίδων της δικογραφίας και τη μακρά πορεία μέσα στις δικαστικές αίθουσες. Για αυτό υποστηρίζουν ότι η δική τους γνώση δεν είναι μόνο νομική ή θεωρητική. Είναι πρωτίστως βιωματική και αδιαμφισβήτητα ανθρώπινη.

Η υπόθεση του Ματιού ως δοκιμασία για τους θεσμούς

Η νέα δίκη υπερβαίνει το ζήτημα τριών ελαφρυντικών. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο η οργανωμένη Πολιτεία αντιμετωπίζει τις μεγάλες καταστροφές, τα θύματα και την ευθύνη όσων κατέχουν κρίσιμες δημόσιες θέσεις.

Η τραγωδία στο Μάτι αποκάλυψε αδυναμίες στον συντονισμό, στην επιχειρησιακή διαχείριση, στην ενημέρωση και στην προστασία του πληθυσμού. Η δικαστική της διερεύνηση ανέδειξε ταυτόχρονα τη δυσκολία απόδοσης προσωπικών ευθυνών μέσα σε έναν περίπλοκο κρατικό μηχανισμό, όπου οι αρμοδιότητες συχνά διασταυρώνονται ή μετακυλίονται από υπηρεσία σε υπηρεσία.

Η δημόσια ευθύνη, όμως, δεν μπορεί να εξαφανίζεται μέσα στη γραφειοκρατία. Όσο υψηλότερη είναι η θέση ενός αξιωματούχου, τόσο μεγαλύτερη είναι και η υποχρέωσή του να ενεργεί έγκαιρα, να συντονίζει αποτελεσματικά και να προστατεύει την ανθρώπινη ζωή.

Η κοινωνία δεν αναμένει από τα δικαστήρια αποφάσεις εκδίκησης. Αναμένει αποφάσεις τεκμηριωμένες, δίκαιες και πλήρεις, οι οποίες θα καταγράφουν με σαφήνεια τι συνέβη, ποιος όφειλε να ενεργήσει, ποιος παρέλειψε να το πράξει και ποιες ήταν οι συνέπειες αυτής της παράλειψης.

Η αλήθεια δεν ζητά εκδίκηση· ζητά να ακουστεί ολόκληρη

Η επιστροφή της υπόθεσης του Ματιού στο Εφετείο ανοίγει ένα ακόμη δύσκολο κεφάλαιο σε μια δικαστική διαδρομή που διαρκεί χρόνια. Η ενοχή των τριών καταδικασθέντων έχει πλέον κριθεί αμετάκλητα. Αυτό που θα εξεταστεί είναι εάν δικαιούνται το ελαφρυντικό του σύννομου βίου και εάν, κατά συνέπεια, πρέπει να μειωθούν οι ποινές τους.

Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη, οι συγγενείς των θυμάτων και οι εγκαυματίες δεν ζητούν να καταργηθούν οι νόμοι ούτε να παραμεριστούν τα δικαιώματα των καταδικασθέντων. Ζητούν κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: να μην κλείσει η υπόθεση προτού ερευνηθούν όλες οι πτυχές της, ακουστούν όλοι οι άνθρωποι που επλήγησαν και απαντηθούν όλα τα κρίσιμα ερωτήματα.

Για τις οικογένειες, η συζήτηση περί ελάφρυνσης των ποινών μοιάζει πρόωρη και οδυνηρή, όταν εξακολουθούν να αισθάνονται ότι δεν έχει φωτιστεί ολόκληρη η διαδρομή της καταστροφής. Δεν αμφισβητούν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Της ζητούν να κοιτάξει την υπόθεση σε όλο της το βάθος και να μη θεωρήσει την τυπική ολοκλήρωση μιας διαδικασίας ισοδύναμη με την πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας.

Το Μάτι δεν είναι απλώς ένας φάκελος που μπορεί να κλείσει και να τοποθετηθεί σε ένα δικαστικό αρχείο. Είναι 104 ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν, δεκάδες άνθρωποι που τραυματίστηκαν, οικογένειες που διαλύθηκαν και μια ολόκληρη κοινωνία που απαιτεί να μάθει εάν το κράτος διδάχθηκε πραγματικά από την καταστροφή.

Στις 16 Σεπτεμβρίου οι συγγενείς θα είναι ξανά εκεί. Όχι μόνο για να αντιδράσουν στην πιθανότητα ευνοϊκότερης ποινικής μεταχείρισης, αλλά για να υπενθυμίσουν ότι πίσω από κάθε σελίδα της δικογραφίας υπάρχει ένας άνθρωπος, ένα σπίτι που άδειασε, μια οικογένεια που δεν θα γίνει ποτέ ξανά ίδια.

Και το μήνυμά τους παραμένει αδιαπραγμάτευτο: Καμία ποινική ελάφρυνση δεν μπορεί να αποκτήσει πραγματική κοινωνική και ηθική νομιμοποίηση, εάν προηγουμένως δεν έχει δοθεί στην αλήθεια ολόκληρος ο χώρος που της αξίζει. Η Δικαιοσύνη οφείλει όχι μόνο να αποφασίσει, αλλά και να πείσει ότι άκουσε, ερεύνησε και έκρινε τα πάντα.


Discover more from Το Μάτι μας

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Related Posts

Discover more from Το Μάτι μας

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading