Μάτι 2018: Στον Άρειο Πάγο οι Νέες Καταγγελίες για Ομαδικό Τάφο και τη Διαχείριση των Θυμάτων

Οκτώ χρόνια μετά την καταστροφική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική, η ανάγκη για πλήρη αλήθεια, θεσμική λογοδοσία και απόλυτο σεβασμό προς τους ανθρώπους που χάθηκαν παραμένει ανοιχτή, επιτακτική και αδιαπραγμάτευτη. Η τραγωδία δεν περιορίζεται μόνο στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδηλώθηκε και εξελίχθηκε η πυρκαγιά, ούτε εξαντλείται στην αναζήτηση ευθυνών για τη διαχείριση της κρίσης. Περιλαμβάνει επίσης όσα ακολούθησαν: την περισυλλογή, την καταγραφή, την ταυτοποίηση, την παράδοση και την ταφή των θυμάτων, καθώς και τη διασφάλιση ότι κάθε ανθρώπινο λείψανο αντιμετωπίστηκε με τη νομιμότητα, την επιστημονική ακρίβεια και τον σεβασμό που επιβάλλει η αξία της ανθρώπινης ζωής.

Ο Σύλλογος Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική προσφεύγει στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, καταθέτοντας αναφορά και αίτημα ποινικής διερεύνησης για κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που, κατά την εκτίμησή του, δεν έχουν αποσαφηνιστεί επαρκώς. Η προσφυγή αυτή δεν αποτελεί μια συμβολική ή τυπική ενέργεια. Αποτελεί θεσμική απαίτηση για ουσιαστικό έλεγχο όλων των διαθέσιμων στοιχείων, για αξιοποίηση κάθε επίσημου εγγράφου, ψηφιακού αποδεικτικού μέσου, μαρτυρίας ή πραγματογνωμοσύνης και για διερεύνηση κάθε ενδεχόμενης πράξης ή παράλειψης που μπορεί να συνδέεται με τη διαχείριση των θυμάτων της τραγωδίας.

Στο επίκεντρο της αναφοράς βρίσκονται ιδιαίτερα σοβαρά ζητήματα, όπως οι πληροφορίες για χώρο ομαδικής ταφής στο κοιμητήριο Νέας Μάκρης, η πιθανή ύπαρξη αταυτοποίητων ή ήδη ταυτοποιημένων ανθρώπινων υπολειμμάτων, η διαχείριση σορού γυναίκας που εντοπίστηκε στη θάλασσα μετά την πυρκαγιά, καθώς και περιστατικά λανθασμένης παράδοσης ανθρώπινων υπολειμμάτων που αναδείχθηκαν κατά την ποινική διαδικασία. Πρόκειται για ζητήματα που, εφόσον επιβεβαιωθούν από τις αρμόδιες αρχές, αγγίζουν τον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της επιστημονικής δεοντολογίας, της διοικητικής ευθύνης και της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς.

Καμία οικογένεια δεν μπορεί να υποχρεώνεται να ζει με αμφιβολίες για το εάν ο άνθρωπός της ταυτοποιήθηκε σωστά, παραδόθηκε με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και οδηγήθηκε στην τελευταία του κατοικία με τον οφειλόμενο σεβασμό. Καμία σκιά, ασάφεια ή αντίφαση δεν μπορεί να θεωρείται δευτερεύουσα όταν αφορά τη μεταχείριση νεκρών, την ταυτότητά τους και το θεμελιώδες δικαίωμα των συγγενών να γνωρίζουν την αλήθεια. Η αναζήτηση αυτής της αλήθειας δεν υπηρετεί μόνο τις οικογένειες των θυμάτων. Υπηρετεί την ίδια τη Δικαιοσύνη, την αξιοπιστία της Πολιτείας και την υποχρέωση μιας δημοκρατικής κοινωνίας να ερευνά μέχρι τέλους όσα αφορούν την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια.

Με την κατάθεση του πλήρους φακέλου στην ανώτατη εισαγγελική αρχή, ο Σύλλογος ζητεί να κινηθούν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες, να διερευνηθούν χωρίς εξαιρέσεις και προκαταλήψεις όλα τα αναφερόμενα περιστατικά και να αποσαφηνιστεί εάν τηρήθηκαν οι νόμιμες, ιατροδικαστικές και διοικητικές διαδικασίες. Η πρωτοβουλία αυτή δεν αποσκοπεί στην εξαγωγή αυθαίρετων συμπερασμάτων ούτε στην υποκατάσταση της Δικαιοσύνης. Αποσκοπεί ακριβώς στο αντίθετο: να δοθεί στη Δικαιοσύνη η δυνατότητα να ελέγξει πλήρως, ανεξάρτητα και επιστημονικά κάθε κρίσιμο στοιχείο, ώστε να μην παραμείνει κανένα ουσιώδες ερώτημα αναπάντητο.

Η κατάθεση της αναφοράς στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου αποτελεί ένα ακόμη αποφασιστικό βήμα στον μακρύ και επώδυνο αγώνα των οικογενειών για αλήθεια, δικαιοσύνη και ουσιαστική θεσμική λογοδοσία. Δεν πρόκειται για μια προσπάθεια επιστροφής στο παρελθόν ούτε για αναζωπύρωση του πόνου που ούτως ή άλλως δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει. Πρόκειται για την απαίτηση να εξεταστούν με σοβαρότητα, αμεροληψία και επιστημονική πληρότητα στοιχεία που αφορούν τη μεταχείριση ανθρώπων οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους με τραγικό τρόπο και δικαιούνται, ακόμη και μετά τον θάνατό τους, τον απόλυτο σεβασμό της Πολιτείας.

Οι συγγενείς των θυμάτων δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση. Δεν ζητούν προκαθορισμένες απαντήσεις ούτε την καταδίκη οποιουδήποτε χωρίς αποδείξεις. Ζητούν το αυτονόητο: να ερευνηθεί κάθε στοιχείο, να ελεγχθεί κάθε διαδικασία, να διασταυρωθεί κάθε καταγραφή, να αξιολογηθεί κάθε πιθανή παράλειψη και να διαπιστωθεί με βεβαιότητα τι ακριβώς συνέβη. Ζητούν να γνωρίζουν ότι οι άνθρωποί τους ταυτοποιήθηκαν ορθά, ότι τα λείψανά τους δεν αντιμετωπίστηκαν ως ανώνυμα αντικείμενα διαχείρισης και ότι όλες οι αρμόδιες υπηρεσίες εκπλήρωσαν την αποστολή τους με τη δέουσα ακρίβεια, ευθύνη και ανθρωπιά.

Η ενδεχόμενη ύπαρξη αταυτοποίητων ανθρώπινων υπολειμμάτων, πιθανών υπολειμμάτων ταυτοποιημένων θυμάτων ή άλλων καταλοίπων σε κοινό χώρο ταφής δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως διοικητική λεπτομέρεια ή ως μια υπόθεση που έχει κλείσει με την πάροδο του χρόνου. Ούτε μπορούν να παραμείνουν χωρίς πλήρη διερεύνηση οι συνθήκες διαχείρισης συγκεκριμένων σορών, οι διαδικασίες παράδοσης στις οικογένειες και τα περιστατικά λανθασμένης απόδοσης ανθρώπινων υπολειμμάτων. Όταν υπάρχουν τεκμηριωμένα ερωτήματα, η Πολιτεία έχει υποχρέωση να απαντήσει με έρευνα, αποδείξεις και διαφάνεια — όχι με σιωπή, καθυστέρηση ή αόριστες διαβεβαιώσεις.

Ο χρόνος που έχει περάσει δεν μειώνει τη σοβαρότητα των ερωτημάτων. Αντίθετα, καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη να διασωθεί, να συγκεντρωθεί και να αξιολογηθεί κάθε διαθέσιμο αποδεικτικό μέσο πριν χαθούν κρίσιμα στοιχεία ή καταστεί δυσχερέστερη η εξακρίβωση της αλήθειας. Κάθε επίσημο έγγραφο, κάθε ψηφιακό αρχείο, κάθε ιατροδικαστική καταγραφή, κάθε πρωτόκολλο παράδοσης και κάθε σχετική μαρτυρία πρέπει να εξεταστούν συνδυαστικά και χωρίς αποσπασματικές προσεγγίσεις. Μόνο μια πλήρης, ανεξάρτητη και πολυεπίπεδη έρευνα μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και να δώσει στις οικογένειες σαφείς, τεκμηριωμένες και οριστικές απαντήσεις.

Η μνήμη των νεκρών δεν τιμάται με επετειακές δηλώσεις, γενικόλογες υποσχέσεις και σιωπηλές εκκρεμότητες. Τιμάται με αλήθεια, ευθύνη, διαφάνεια και δικαιοσύνη. Τιμάται όταν η Πολιτεία αποδεικνύει στην πράξη ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι ένας αριθμός σε έναν κατάλογο θυμάτων, κανένα ανθρώπινο λείψανο δεν μπορεί να παραμένει αταυτοποίητο χωρίς εξαντλητική προσπάθεια και καμία οικογένεια δεν πρέπει να εγκαταλείπεται με ερωτήματα που αφορούν την τύχη και την τελευταία μεταχείριση του δικού της ανθρώπου.

Ο Σύλλογος δηλώνει ότι θα σταθεί στη διάθεση των εισαγγελικών και δικαστικών αρχών, προσκομίζοντας κάθε έγγραφο, πληροφορία και αποδεικτικό στοιχείο που μπορεί να συμβάλει στη διερεύνηση. Παράλληλα, αναμένει από τους αρμόδιους θεσμούς να ενεργήσουν με την ταχύτητα, την ανεξαρτησία και τη σοβαρότητα που επιβάλλει η φύση της υπόθεσης. Η δικαστική διερεύνηση πρέπει να είναι πλήρης, να μην περιοριστεί σε τυπικές διαπιστώσεις και να φτάσει μέχρι την ουσιαστική αποσαφήνιση όλων των πραγματικών περιστατικών και, εφόσον προκύψουν, των αντίστοιχων ευθυνών.

Για τις οικογένειες, η πλήρης διαλεύκανση είναι το ελάχιστο χρέος απέναντι στους ανθρώπους που έχασαν. Για την Πολιτεία, είναι θεμελιώδης υποχρέωση απέναντι στους πολίτες, στη νομιμότητα και στην ίδια την απονομή της Δικαιοσύνης. Η υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά κλειστή όσο παραμένουν κρίσιμα ερωτήματα αναπάντητα. Η αλήθεια πρέπει να αναζητηθεί μέχρι τέλους — όχι μόνο για εκείνους που έφυγαν, αλλά και για μια κοινωνία που οφείλει να αποδείξει ότι σέβεται τον άνθρωπο, ακόμη και στις πιο σκοτεινές και οδυνηρές στιγμές της.


Discover more from Το Μάτι μας

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Related Posts

Discover more from Το Μάτι μας

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading