Μια απόφαση που καθορίζει τα όρια ανάμεσα στην αποκατάσταση και την τσιμεντοποίηση
Μια ιδιαίτερα σημαντική δικαστική απόφαση διαμορφώνει πλέον το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να προχωρήσει η περιβαλλοντική αποκατάσταση της πυρόπληκτης περιοχής στο Μάτι. Το Συμβούλιο της Επικρατείας διατήρησε τον βασικό πυρήνα του σχεδίου αναδάσωσης και δημιουργίας κοινόχρηστου χώρου δασικής αναψυχής, έθεσε όμως σαφή όρια στις παρεμβάσεις που μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσα σε μια προστατευόμενη δασική έκταση. Έτσι, ενώ ανοίγει ο δρόμος για φυτεύσεις, μονοπάτια, χώρους περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και άλλες ήπιες εγκαταστάσεις, ακυρώνονται οι προβλέψεις για μόνιμα γήπεδα και μεγάλο χώρο στάθμευσης που στηρίζονταν σε εκτεταμένη χρήση σκυροδέματος και βαριών κατασκευαστικών εργασιών.

Η απόφαση έχει ιδιαίτερο συμβολικό αλλά και ουσιαστικό βάρος, καθώς αφορά μια περιοχή που εξακολουθεί να φέρει τα βαθιά σημάδια της καταστροφικής πυρκαγιάς της 23ης Ιουλίου 2018, μιας από τις μεγαλύτερες τραγωδίες στη σύγχρονη ιστορία της χώρας, με 104 ανθρώπινες ζωές να χάνονται και τεράστιες καταστροφές στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον. Ο σχεδιασμός για την επόμενη ημέρα της περιοχής καλείται επομένως να υπηρετήσει όχι μόνο την ανάγκη αποκατάστασης του φυσικού τοπίου, αλλά και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα ενός τόπου που έχει συνδεθεί ανεξίτηλα με τη μνήμη της τραγωδίας.
Η απόφαση 334/2026 και η έκταση των περίπου 129 στρεμμάτων
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται η απόφαση 334/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία αφορά έκταση περίπου 128.976 τετραγωνικών μέτρων, δηλαδή σχεδόν 129 στρεμμάτων, στη θέση «Μάτι» του Αγίου Ανδρέα, στον Δήμο Μαραθώνος. Πρόκειται για έκταση που είχε πληγεί σοβαρά από τη φωτιά και έχει παραχωρηθεί στον Δήμο Μαραθώνος για διάστημα 45 ετών, με στόχο την περιβαλλοντική της αναβάθμιση, την αναδάσωση και τη δημιουργία ενός κοινόχρηστου χώρου δασικής αναψυχής.
Το δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει αίτηση ακύρωσης κατά των διοικητικών πράξεων με τις οποίες είχαν εγκριθεί οι σχετικές μελέτες αναδάσωσης και βλαστικής αποκατάστασης. Οι προσφεύγοντες αμφισβητούσαν τη συμβατότητα ορισμένων προβλεπόμενων εγκαταστάσεων με τον δασικό χαρακτήρα της περιοχής και με το ειδικό καθεστώς προστασίας που τη διέπει.
Το ΣτΕ δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή. Δεν ακύρωσε δηλαδή συνολικά το σχέδιο, αλλά εξέτασε ξεχωριστά τη φύση των παρεμβάσεων και διαχώρισε εκείνες που θεωρούνται συμβατές με τη δασική αναψυχή από εκείνες που αποκτούν χαρακτηριστικά μόνιμης, βαριάς κατασκευής.
«Ναι» στην τεχνητή αναδάσωση
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της απόφασης είναι ότι το δικαστήριο έκρινε επαρκώς αιτιολογημένη την ανάγκη τεχνητής αναδάσωσης.
Οι σχετικές μελέτες έδειχναν ότι η φυσική αναγέννηση της βλάστησης δεν ήταν επαρκής για να εξασφαλίσει από μόνη της την επιθυμητή αποκατάσταση της περιοχής, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ένταση όσο και την έκταση της καταστροφής που προκάλεσε η πυρκαγιά.
Ο σχεδιασμός προβλέπει τη φύτευση φυτικών ειδών προσαρμοσμένων στις τοπικές εδαφικές και κλιματικές συνθήκες, με στόχο την αποκατάσταση της δασικής βλάστησης, την ενίσχυση της βιοποικιλότητας και τη δημιουργία ενός περισσότερο ανθεκτικού οικοσυστήματος απέναντι στις μελλοντικές πιέσεις και κινδύνους.
Η περιβαλλοντική σημασία της περιοχής είναι ακόμη μεγαλύτερη καθώς βρίσκεται σε σύνδεση με το ευρύτερο φυσικό σύστημα της περιοχής Σχινιά – Μαραθώνα, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη οι παρεμβάσεις να έχουν ως κεντρικό άξονα την προστασία και επαναφορά του φυσικού χαρακτήρα της έκτασης.
Οι ήπιες υποδομές παραμένουν στον σχεδιασμό
Η δικαστική απόφαση δεν αντιμετωπίζει τον χώρο ως μια περιοχή στην οποία απαγορεύεται οποιαδήποτε ανθρώπινη παρουσία ή δραστηριότητα. Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι ένας χώρος δασικής αναψυχής μπορεί να περιλαμβάνει υποδομές, εφόσον αυτές έχουν ήπιο χαρακτήρα και δεν αλλοιώνουν ουσιωδώς το φυσικό έδαφος και τη δασική φυσιογνωμία.
Έτσι, στον σχεδιασμό μπορούν να παραμείνουν παρεμβάσεις όπως χωμάτινες διαδρομές και μονοπάτια περιπάτου, καθιστικά, χώροι δημιουργικού παιχνιδιού, φυτικός λαβύρινθος, αναψυκτήριο, κέντρο περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και προσβάσιμες εγκαταστάσεις υγιεινής.
Πρόκειται για εγκαταστάσεις που μπορούν να υπηρετήσουν τη χρήση του χώρου από κατοίκους και επισκέπτες χωρίς να μετατρέπουν τη δασική έκταση σε συμβατικό αστικό πάρκο με εκτεταμένες σκληρές επιφάνειες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που εξετάστηκαν, οι προβλεπόμενες κατασκευές και κοινόχρηστες διαμορφώσεις αντιστοιχούν περίπου στο 18% της συνολικής έκτασης, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της προορίζεται για φυτεύσεις και αποκατάσταση της βλάστησης.
Το μεγάλο «όχι» στα μόνιμα γήπεδα
Το σημείο στο οποίο το ΣτΕ έβαλε σαφές όριο αφορά τις αθλητικές εγκαταστάσεις που είχαν προβλεφθεί.
Η μελέτη περιλάμβανε μεταξύ άλλων γήπεδο ποδοσφαίρου 7×7 επιφάνειας περίπου 1.904 τετραγωνικών μέτρων, με διαστάσεις περίπου 56 επί 34 μέτρα. Για την κατασκευή του προβλέπονταν υποβάσεις, τάπητας, τοιχία εγκιβωτισμού, άμμος λατομείου, σκυρόδεμα, εστίες και περίφραξη.
Παράλληλα, προβλεπόταν γήπεδο τένις έκτασης περίπου 666 τετραγωνικών μέτρων, για το οποίο ο σχεδιασμός περιλάμβανε εκσκαφές, αποστράγγιση, τοιχία εγκιβωτισμού, χαλίκι, οπλισμό, σκυρόδεμα και συμπίεση των υλικών με μηχανικά μέσα.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με την κρίση του δικαστηρίου, δεν ήταν αυτή καθαυτή η δυνατότητα υπαίθριας άθλησης μέσα σε έναν χώρο δασικής αναψυχής. Το πρόβλημα ήταν ο μόνιμος χαρακτήρας των συγκεκριμένων κατασκευών και ο βαθμός επέμβασης στο φυσικό έδαφος.
Οι τεχνικές προδιαγραφές δεν παρέπεμπαν πλέον σε απλές, ελαφρές εγκαταστάσεις υπαίθριας άθλησης, αλλά σε έργα με μόνιμα χαρακτηριστικά, τα οποία προϋπέθεταν σημαντικές επεμβάσεις και χρήση υλικών ασύμβατων με τον επιδιωκόμενο φυσικό χαρακτήρα της περιοχής.
Εκτός και το μεγάλο πάρκινγκ με σκυρόδεμα
Ανάλογη ήταν η κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας και για τον προβλεπόμενο μεγάλο χώρο στάθμευσης.
Ο χώρος, με διαστάσεις περίπου 100 επί 35 μέτρα, είχε σχεδιαστεί ώστε να εδράζεται σε επιφάνεια με ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεμα. Το στοιχείο αυτό κρίθηκε καθοριστικό, επειδή μια τέτοια κατασκευή μεταβάλλει ουσιαστικά τη φυσική κατάσταση του εδάφους και αποκτά σαφή χαρακτηριστικά μόνιμης τεχνικής υποδομής.
Η δυνατότητα δημιουργίας χώρων εξυπηρέτησης επισκεπτών σε δασικές περιοχές δεν αποκλείεται από μόνη της. Ωστόσο, ο τρόπος διαμόρφωσής τους πρέπει να είναι συμβατός με τη φυσιογνωμία της περιοχής. Η δημιουργία εκτεταμένης τσιμεντένιας επιφάνειας μέσα σε έναν χώρο που προορίζεται πρωτίστως για αναδάσωση και δασική αναψυχή ξεπερνά αυτά τα όρια.
Το κρίσιμο στοιχείο: Δεν απορρίφθηκε το έργο – διορθώθηκε ο χαρακτήρας του
Η ουσία της απόφασης βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διάκριση. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν ακύρωσε το συνολικό σχέδιο περιβαλλοντικής αποκατάστασης και δεν έβαλε εμπόδιο στην αναδάσωση.
Αντιθέτως, άφησε τον βασικό κορμό του έργου να προχωρήσει και ακύρωσε μόνο τις επιμέρους παρεμβάσεις που, λόγω των τεχνικών χαρακτηριστικών τους, θεωρήθηκε ότι υπερέβαιναν το επιτρεπόμενο πλαίσιο.
Συνεπώς, μπορούν να συνεχιστούν η αναδάσωση, οι φυτεύσεις, η περιβαλλοντική αποκατάσταση και οι ήπιες εγκαταστάσεις αναψυχής, ενώ οι προβλέψεις για τα μόνιμα γήπεδα και τον τσιμεντένιο χώρο στάθμευσης θα πρέπει να εγκαταλειφθούν ή να επανασχεδιαστούν με τρόπο συμβατό με τις απαιτήσεις της δασικής νομοθεσίας.
Το όριο ανάμεσα στη δασική αναψυχή και στην αστική διαμόρφωση
Η απόφαση αποκτά ευρύτερη σημασία επειδή επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα που αφορά πολλές παρεμβάσεις σε δασικές ή αναδασωτέες περιοχές: πότε μια υποδομή εξακολουθεί να είναι βοηθητική για τη δασική αναψυχή και πότε μετατρέπεται ουσιαστικά σε αστική κατασκευή;
Η ύπαρξη ενός μονοπατιού, ενός ξύλινου καθιστικού ή μιας ήπιας εγκατάστασης εξυπηρέτησης των επισκεπτών διαφέρει ουσιαστικά από την κατασκευή μεγάλων επιφανειών σκυροδέματος, μόνιμων αθλητικών εγκαταστάσεων ή εκτεταμένων χώρων στάθμευσης.
Η έννοια της αποκατάστασης δεν μπορεί να ταυτίζεται με την οικοδόμηση περισσότερων υποδομών. Ειδικά όταν πρόκειται για περιοχή που έχει χαρακτηριστεί δασική και χρειάζεται οικολογική αναγέννηση, ο βασικός στόχος παραμένει η επαναφορά της βλάστησης και του φυσικού χαρακτήρα της.
Η επόμενη ημέρα για το Μάτι
Η απόφαση του ΣτΕ ουσιαστικά επιτρέπει στο έργο να περάσει στην επόμενη φάση, αλλά με σαφώς καθορισμένους περιβαλλοντικούς όρους.
Ο σχεδιασμός θα πρέπει πλέον να εστιάσει ακόμη περισσότερο στην αναδάσωση, την οικολογική αποκατάσταση και τις πραγματικά ήπιες μορφές αναψυχής, αποφεύγοντας κατασκευές που απαιτούν βαθιές εκσκαφές, μεγάλες ποσότητες σκυροδέματος, μόνιμα θεμέλια και εκτεταμένη αλλοίωση της επιφάνειας του εδάφους.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο χώρος δεν μπορεί να φιλοξενήσει δραστηριότητες άθλησης ή εξυπηρέτησης επισκεπτών. Σημαίνει όμως ότι οι δραστηριότητες αυτές θα πρέπει να προσαρμοστούν στο δάσος και όχι το δάσος στις απαιτήσεις των κατασκευών.
Η αποκατάσταση του Ματιού οφείλει να ξεκινά από τη φύση και να καταλήγει στη μνήμη
Οκτώ χρόνια μετά την καταστροφή της 23ης Ιουλίου 2018, κάθε μεγάλη παρέμβαση στο Μάτι αποκτά αναπόφευκτα μεγαλύτερη σημασία από ένα συνηθισμένο έργο ανάπλασης. Δεν πρόκειται απλώς για μια έκταση 129 στρεμμάτων που χρειάζεται διαμόρφωση. Πρόκειται για έναν τόπο βαθιά σημαδεμένο από ανθρώπινη απώλεια, οικολογική καταστροφή και μια συλλογική μνήμη που παραμένει ζωντανή.
Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας στέλνει ένα σαφές μήνυμα: η περιβαλλοντική αποκατάσταση μπορεί και πρέπει να προχωρήσει, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως όχημα για παρεμβάσεις που αλλοιώνουν τον ίδιο τον χαρακτήρα του χώρου που επιχειρείται να αποκατασταθεί.
Η αναδάσωση, η δημιουργία ενός ανθεκτικότερου οικοσυστήματος, οι χώροι περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, τα μονοπάτια, τα σημεία ανάπαυσης και οι ήπιες υποδομές μπορούν να δώσουν ξανά ζωή σε αυτή την πληγωμένη γη. Το σκυρόδεμα όμως, όταν παύει να αποτελεί απολύτως αναγκαία και περιορισμένη παρέμβαση και μετατρέπεται σε κυρίαρχο στοιχείο του σχεδιασμού, συγκρούεται με τον ίδιο τον σκοπό της αναγέννησης.
Το πραγματικό ζητούμενο για το Μάτι δεν είναι να δημιουργηθεί απλώς ένας ακόμη οργανωμένος χώρος αναψυχής. Είναι να δημιουργηθεί ένας τόπος όπου η φύση θα επιστρέψει, η μνήμη θα προστατεύεται και οι άνθρωποι θα μπορούν να βρίσκονται μέσα σε ένα περιβάλλον που σέβεται όσα χάθηκαν και όσα πρέπει να ξαναγεννηθούν.
Και ίσως αυτή να είναι η ουσιαστικότερη διάσταση της απόφασης: η ανασυγκρότηση μιας καμένης δασικής περιοχής δεν μετριέται από το πόσο σκυρόδεμα μπορεί να χωρέσει, αλλά από το πόσο φυσικό περιβάλλον μπορεί πραγματικά να επιστρέψει.
Discover more from Το Μάτι μας
Subscribe to get the latest posts sent to your email.